Ιταλία, 4 Δεκέμβρη 1981: Απόδραση από τη φυλακή του Φροζινόνε

Ακολουθεί μετάφραση αποσπάσματος απ’ το βιβλίο «Αυτοβιογραφία ενός αμετανόητου» του ιταλικής καταγωγής αναρχικού Κλάουντιο Λαβάτσα [Claudio Lavazza, “Autobiografía de un irreductible”], που από το 1996 βρίσκεται έγκλειστος στα ισπανικά κάτεργα, έπειτα από μια ολόκληρη ζωή αγώνων στην παρανομία και στην ένοπλη αντιπαράθεση με κράτος και Κεφάλαιο.

Το 1981 μια ομάδα αγωνιστών, προερχόμενοι από μερικές μαχόμενες οργανώσεις της εποχής εκείνης, σχηματίζουν τους Οργανωμένους Κομμουνιστές για την Προλεταριακή Απελευθέρωση (C.O.L.P.) με στόχο τη δημιουργία ενός δικτύου στήριξης προς τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες που βρίσκονταν στην παρανομία, καθώς και για την απελευθέρωση κρατουμένων. Σημείο εκκίνησης αυτού του σχηματισμού αποτέλεσαν κάποιοι κοινοί τόποι προβληματισμού, όπως η ανταλλαγή απόψεων προς διεύρυνση των προοπτικών για την πραγμάτωση ένοπλων ενεργειών, με σκοπό τόσο την απελευθέρωση αιχμαλώτων, όσο και τη διάχυση ανάμεσα στα συντρόφια της ελπίδας για τη συνέχιση του αγώνα. Με αυτόν τον τρόπο, τα συντρόφια που συνέστησαν αυτήν την παράδοξη ομάδα αποφάσισαν ότι η πρώτη απελευθέρωση θα λάμβανε χώρα με επίθεση στη φυλακή του Φροζινόνε (κοντά στη Ρώμη), για να λευτερώσουν ένα σύντροφο καταδικασμένο σε πολυετή κάθειρξη.

Η φυλακή του Φροζινόνε βρισκόταν σχεδόν στο κέντρο της πόλης. Ιδωμένη απ’ έξω παρουσίαζε μια φριχτή όψη, εικόνα που υπερτονιζόταν από τους τέσσερις πυργίσκους ασφαλείας, απ’ όπου επιτηρούσαν ένοπλοι δεσμοφυλάκοι. Τα ψηλά τείχη που την περιέβαλλαν έκρυβαν τα όσα υπέφεραν οι έγκλειστοι και καθιστούσαν δύσκολο να διακρίνει οτιδήποτε κανείς απ’ έξω. Το σημείο δεν επέτρεπε να είμαστε παρκαρισμένοι για πολλή ώρα, γιατί ο κίνδυνος ελέγχου από τις δυνάμεις ασφαλείας ήταν διαρκής. Έπρεπε να κόβουμε βόλτες συνεχώς για να μπορέσουμε να συλλέξουμε πληροφορίες σχετικά με τη φυλακή. Μετά από έξι μήνες μακράς προετοιμασίας, αποφασίστηκε το σχέδιο της εφόδου. Μοιράσαμε τις δουλειές. Εμένα μου έλαχε η κάλυψη της επιχείρησης απ’ έξω, δηλαδή να φυλάω τα νώτα των συντρόφων μου. Αυτός ο ρόλος μού αντιστοιχούσε γιατί είχα τη μεγαλύτερη εμπειρία στη χρήση και στο χειρισμό τυφεκίου επίθεσης.

Ο χρόνος περνούσε μέχρις ότου έφτασε η στιγμή όπου δεν μπορούσαμε να περιμένουμε άλλο. Ο κρατούμενος σύντροφος διέτρεχε τον κίνδυνο να μεταχθεί ανά πάσα στιγμή εξαιτίας της αποτελεσματικής πολιτικής της διασποράς που εφάρμοζαν οι σωφρονιστικές αρχές, με στόχο την αποτροπή οποιασδήποτε απόπειρας απόδρασης. Αυτό που ήταν σίγουρο ήταν ότι δε λείπανε οι φυλακές ασφαλείας στις οποίες θα μπορούσαν να τον μεταγάγουν, πράμα που θα καθιστούσε σχεδόν αδύνατη οποιαδήποτε επιχείρηση απελευθέρωσης. Το σχέδιο δράσης δεν ήταν εύκολο στην πραγματοποίησή του. Η ιδέα ήταν να περάσουμε από την είσοδο των επικοινωνιών κι από εκεί, μέσα από μια μικρή πόρτα που βρισκόταν στην αίθουσα όπου οι συγγενείς παρέδιδαν τα πακέτα με τα ρούχα και τα τρόφιμα, να αποκτήσουμε πρόσβαση στο εσωτερικό των εγκαταστάσεων. Η αίθουσα αναμονής θα ήταν πιθανότατα φίσκα στον κόσμο… άντρες, γυναίκες και παιδιά, συγγενείς και φίλοι των κρατουμένων. Τρεις άντρες και μία γυναίκα θα παρουσιάζονταν βαριά οπλισμένοι εντός των τειχών της φυλακής. Εγώ θα παρέμενα έξω, κοντά στο κλεμμένο όχημα, για να διασφαλίσω την έξοδο των συντρόφων με το πέρας της επιχείρησης. Ένας βασικός κίνδυνος θα μπορούσε να παρουσιαστεί με τη μορφή ενός περιπολικού, που συνήθως άραζε πολύ κοντά στην πύλη. Είχαμε επίσης εντοπίσει τρία άτομα με πολιτικά με φάτσα καραμπινιέρων, οι οποίοι κάθονταν μουλωχτοί σε μια Alfa Romeo μεγάλου κυβισμού, όχημα που συνήθως χρησιμοποιούνταν σε τέτοιου τύπου παρακολουθήσεις. Οι καιροί ήταν δύσκολοι λόγω των μπαράζ ένοπλων επιθέσεων σε δομές και πρόσωπα του πολιτικού και σωφρονιστικού συμπλέγματος, γι’ αυτό και οι μισθοφόροι του κράτους ήταν εκπαιδευμένοι να σκοτώνουν, ενώ ήταν οπλισμένοι με υποπολυβόλο Beretta M12, πιστόλι Beretta 92S και αλεξίσφαιρο γιλέκο. Η πιθανότητα μιας συμπλοκής μαζί τους μας άγχωνε αφού σήμαινε κίνδυνο θανάτωσης. Το όλο πράγμα φάνταζε δυσοίωνο. Τελικά έφτασε η στιγμή της δράσης.

Η 4η Δεκέμβρη ξημέρωσε παγωμένη. Όσο περνούσε το πρωινό ο ήλιος ξεμύτισε, κι εμείς αναθαρρήσαμε λιγάκι μες στην αναμπουμπούλα. Ήταν μια απόκοσμη αίσθηση. Δύσκολα θα μπορούσα να περιγράψω τον εσωτερικό κόσμο των συντρόφων μου, αν και δε νομίζω πως ήταν πολύ αλλιώτικος απ’ τον δικό μου. Ένιωθα την ανασφάλεια που συνοδεύει τέτοιου είδους καταστάσεις. Αναρωτιόμουνα ξανά και ξανά… Κι αν ο δεσμοφύλακας δεν ανοίξει την πόρτα; Θα πρέπει να βάλουμε εκρηκτικά για να την τινάξουμε;… Με το σαματά της έκρηξης, θα μας μείνει χρόνος για να μπούμε στο μπουντρούμι και να βγάλουμε τον αιχμάλωτο σύντροφο; Μια ατελείωτη σειρά ερωτημάτων τριβέλιζαν το μυαλό μου, προκαλώντας συχνά φόβους που δεν είχανε λόγο ύπαρξης και μεγαλοποιώντας εκείνους που ήταν πιο χειροπιαστοί.

Φτάσαμε κατά τις εννιά το πρωί, με ένα αυτοκίνητο που είχαμε απαλλοτριώσει πριν από μια βδομάδα. Πλησιάζοντας στη φυλακή, κατέβηκα από το αμάξι για να συνεχίσω με τα πόδια ενόσω τα συντρόφια μου κινούνταν προς το χώρο στάθμευσης μπροστά στην είσοδο της φυλακής, που ήτανε ήδη γεμάτος με παρκαρισμένα οχήματα. Το επισκεπτήριο είχε ξεκινήσει, και όσοι από τους συγγενείς δεν είχανε μπει ακόμα, περίμεναν μέσα στα αυτοκίνητα ή έστεκαν απ’ έξω σκοτώνοντας την ώρα τους όπως μπορούσαν. Φαινομενικά όλα ήταν ήσυχα. Η κινητικότητα του κόσμου και τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα έκαναν πιο δύσκολο τον εντοπισμό της μπατσαρίας, που συνήθιζε να αναμειγνύεται με τους λοιπούς διαβάτες. Ωστόσο κατορθώσαμε να εντοπίσουμε την Alfa Romeo με τους καραμπινιέρους, αραγμένους σε μία από τις γωνίες του κτηρίου της φυλακής, στο ύψος του ενός πυργίσκου. Όπως το είχαμε προβλέψει, ήταν τρεις με πολιτικά. Όσο τα συντρόφια μου πάρκαραν το αυτοκίνητο, στάθηκα σ’ ένα σημείο επιλεγμένο από πριν, απ’ όπου μπορούσα να έχω μια συνολική εικόνα της σκηνής όπου θα διαδραματίζονταν τα γεγονότα. Κουβαλούσα στη ζώνη ένα ημιαυτόματο πιστόλι 45άρι Colt, και κρεμασμένο από τον ώμο ένα σάκο όπου έκρυβα ένα τυφέκιο επίθεσης.

Ο φόβος πήγε περίπατο κι όλα έμοιαζαν κάπως εξωπραγματικά. Χωρίς πολλά πολλά, οι αισθήσεις τσιτώσανε μπροστά στην επικείμενη ενέργεια.

Τα τέσσερα συντρόφια μου βγήκαν από το αμάξι. Πέρασαν απέναντι και κατευθύνθηκαν προς την είσοδο της φυλακής. Όλα συνέβαιναν στα σβέλτα. Δε μας έπαιρνε για καμία ανακατωσούρα λόγω του κινδύνου να μας αναγνωρίσουν. Η μια συντρόφισσα και ένας απ’ τους συντρόφους πλησίασαν το σωφρονιστικό υπάλληλο που ήταν υπεύθυνος για την παραλαβή των δεμάτων και του παρέδωσαν ένα πακέτο με στοιχεία μούφα που προοριζόταν τάχα για έναν κρατούμενο. Στο μεταξύ, οι άλλοι δυο σύντροφοι συγχρωτίζονταν με τον κόσμο που είχε πάει για το επισκεπτήριο. Η δράση είχε αρχινήσει.

Εκμεταλλευόμενη μια στιγμή απροσεξίας του υπευθύνου για την παραλαβή των δεμάτων, η συντρόφισσα τράβηξε ένα μυδραλιοβόλο Sten και τον σημάδεψε ανάμεσα απ’ τα κάγκελα. Ο δεσμοφύλακας κοκάλωσε μη μπορώντας να χωνέψει τι συνέβαινε… «Ανοίξτε τις πόρτες, ειδάλλως θα πεθάνετε όλοι σας», φώναξε ένας απ’ τους συντρόφους στους λοιπούς ανθρωποφύλακες, που βρίσκονταν στην άλλη πλευρά της αίθουσας μαζί με τον υπεύθυνο παραλαβής δεμάτων. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, ο εν λόγω δεσμοφύλακας δεν μπορούσε να κάνει αλλιώτικα παρά ν’ ανοίξει την πόρτα που έδινε πρόσβαση στο εσωτερικό της φυλακής. Με το που άνοιξε η πόρτα, και χωρίς να χρειαστεί να τους το πουν τα συντρόφια, οι δεσμοφύλακες πέσανε μπρούμυτα στο πάτωμα με τα χέρια στο κεφάλι. Οι συγγενείς ήταν αναστατωμένοι, γι’ αυτό και ένας από τους συντρόφους ανέλαβε να τους καθησυχάσει. Ύστερα από μερικές στιγμές ταραχής, οι υπόλοιποι σύντροφοι μπήκαν στο εσωτερικό των εγκαταστάσεων ανοίγοντας δρόμο, με τους δεσμοφύλακες να προπορεύονται. Εκείνοι αρνήθηκαν αρχικά, γι’ αυτό και χρειαστήκανε να πέσουνε κάμποσα σπρωξίδια.

Έξω στο δρόμο ο χρόνος περνούσε πολύ γρήγορα. Εγώ δεν έχανα απ’ το βλέμμα μου τους πυργίσκους, ούτε και το καμουφλαρισμένο όχημα των καραμπινιέρων. Καμιά 20αριά μέτρα απόσταση, στο πάρκινγκ της φυλακής, έκοψα ένα ύποπτο όχημα παρκαρισμένο με τον οδηγό του να με κοιτάει επίμονα. Ανησύχησα, κι αφού το σκέφτηκα για μερικά δεύτερα, αποφάσισα να βεβαιωθώ ότι δεν ήταν μπάτσος. Σε αντίθετη περίπτωση, θα μου ήταν αδύνατο να τους κάνω καλά αν ξεκινούσε το πιστολίδι. Τραβήχτηκα λοιπόν κοντά του, έβγαλα το γκάνι και μια πλαστική κάρτα παριστάνοντας ότι ήμουν της ασφάλειας, κι έχοντας το νου μου να μην πάρει κανείς πρέφα τι γινόταν, του ’πα «Αστυνομία, ακίνητος». Ο άντρας ξαφνιάστηκε. Τον ρώτησα τι δουλειά είχε εκεί παρκαρισμένος. Τελικά αποδείχτηκε πως ήταν ένας από τους τόσους συγγενείς που περίμεναν τη σειρά τους για το επισκεπτήριο. Αν και πείστηκα, πήρα τα μέτρα μου μπας και είχε κάνα όπλο καβατζωμένο, και του πήρα τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Στο μεταξύ τα συντρόφια προέλαυναν στους διαδρόμους της φυλακής, παίρνοντας κάθε τόσο περισσότερους δεσμοφυλάκους για ομήρους, οι οποίοι χεσμένοι και ξαφνιασμένοι άνοιγαν τις κλειδαριές αδιαμαρτύρητα. Στη θέα των όπλων, ένας μπούλης αρχιφύλακας έπεσε με τη μία κατάχαμα, με την κοιλούμπα του να πλαταγιάζει για ώρα, γεγονός που αργότερα μας προκαλούσε συχνά πυκνά τα γέλια. Σε λιγότερο από δυο λεπτά ένα μεγάλο μέρος της φυλακής ήταν υπό τον έλεγχό μας, με καμιά 30αριά δεσμοφυλάκους να έχουν καταλήξει όμηροί μας, δοκιμάζοντας για πρώτη φορά τη γλύκα τού να είσαι ανυπεράσπιστος δεσμώτης.

Τα συντρόφια προχωρούσαν αδρανοποιώντας όλο και περισσότερους ανθρωποφύλακες, μέχρι να φτάσουν στο προαύλιο όπου ξέραμε πως θα βρισκόταν ο έγκλειστος σύντροφος, ο οποίος δε μας περίμενε. Η επιχείρηση απόδρασης είχε αναβληθεί αρκετές φορές και, παρ’ ότι ο σύντροφός μας γνώριζε ότι υπήρχε η πιθανότητα να μας δει να καταφτάνουμε, δεν μπορούσε να φανταστεί πως σε λίγο θα ’τανε λεύτερος. Η έκπληξη ήταν τεράστια.

Όταν άνοιξε κι εκείνη η πόρτα, το συντροφάκι φούμαρε ένα τσιγάρο. Πετάχτηκε όρθιος μ’ ένα σάλτο και το πρώτο πράγμα που ρώτησε ήταν αν υπήρχε χώρος για ένα φίλο που είχε κάνει μέσα σ’ εκείνο το κάτεργο… Φυσικά και υπήρχε χώρος για όλους. Οι πόρτες ήταν ανοιχτές και η λευτεριά στη διάθεση όλων. Στο προαύλιο υπήρχαν κι άλλοι κρατούμενοι, κόσμος που είχε καταδικαστεί σε δεύτερο ή τρίτο βαθμό. Είχαν πετρώσει απ’ την τρομάρα τους, και μιας κι οι ποινές τους δεν ήταν μεγάλες, αρνήθηκαν να δραπετεύσουν. Κανείς δεν κουνήθηκε. Όλοι απέρριψαν την πρόταση παραμένοντας στο βάθος του προαυλίου. Οι πιο «επικίνδυνοι» κείνη τη στιγμή στο χώρο ήταν ο σύντροφός μας και ο καινούργιος φίλος του.

Οι σύντροφοι μαζέψανε όλους τους δεσμοφυλάκους στον προαύλιο χώρο. Ήταν κάτι το παράξενο, και ταυτόχρονα εντυπωσιακό, να τους βλέπεις να υπακούουν ασκαρδαμυκτί. Τόσοι άντρες που περνούσαν τη ζωή τους δίνοντας εντολές, κι ακόμη βασανίζοντας πού και πού, ξαφνικά ήταν αντιμέτωποι με μια κατάσταση όπου η στολή και το επάγγελμά τους δεν τους βοηθούσαν σε τίποτα. Σε κάποια φάση οι κρατούμενοι ρωτηθήκαν φωναχτά για το ποιος ή ποιοι απ’ τους ανθρωποφύλακες τους βασάνιζαν απροκάλυπτα. Η παρουσία μας στο εσωτερικό των τειχών μάς επέτρεπε μια κάποια ελευθερία κινήσεων. Κανείς τους δεν αποκρίθηκε.

Έφτασε η στιγμή της εξόδου. Απέμενε μονάχα ν’ ακολουθηθεί η ανάποδη διαδρομή, αυτήν τη φορά όμως μαζί με δυο ακόμα συντρόφους.

Στο μεταξύ εγώ παρέμενα στο δρόμο, μερικά μέτρα παραδίπλα από τ’ αμάξι το οποίο είχα τσεκάρει προ ολίγου. Οι καραμπινιέροι βρίσκονταν ακόμα στη γωνία. Η κινητικότητα στο πάρκινγκ ήταν η συνηθισμένη, κι όλα φαινόταν να εξελίσσονται σύμφωνα με το πλάνο.

Ξαφνικά εμφανίστηκαν τα συντρόφια. Όλη η δράση δεν είχε διαρκέσει πάνω από ένα πεντάλεπτο. Ένα πεντάλεπτο που πέρασε σφαίρα, ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε εμένα. Τα συντρόφια ήταν μαζί με το μόλις απελευθερωμένο συντροφάκι στη μέση της ομάδας, ενώ υπήρχε ένα ακόμη άτομο που δε γνώριζα κι υπέθεσα ότι επρόκειτο για ένα νέο σύντροφο. Διέσχισαν το δρόμο με γοργό βήμα προς το αυτοκίνητο, όπως έκανα κι εγώ. Παρ’ ότι ο κίνδυνος δεν είχε περάσει, από κείνη τη στιγμή γνωρίζαμε ότι η επιχείρηση είχε στεφθεί με επιτυχία. Οι τρεις καραμπινιέροι στη γωνία δεν είχαν πάρει γραμμή τι είχε συμβεί. Στο δρόμο όλα ήταν φαινομενικά ήρεμα, όπως και τη στιγμή που φτάσαμε στο μέρος. Χωθήκαμε εν τάχει στο αυτοκίνητο και φύγαμε με χίλια, ακολουθώντας την προεπιλεγμένη διαδρομή. Με εφτά άτομα μέσα, το αμάξι ήταν φουλ καργαρισμένο. Δεν είχαμε προβλέψει την απόδραση ενός έβδομου συντρόφου, και δε μας έκοψε να πάρουμε το αυτοκίνητο του οποίου τα κλειδιά είχα τσιμπήσει πρωτύτερα απ’ τον οδηγό του. Στο πίσω κάθισμα ήτανε τόσο στριμωγμένοι, που σε περίπτωση που άνοιγαν πυρ εναντίον μας δε θα μπορούσαμε να αμυνθούμε. Για καλή μας τύχη, τίποτα τέτοιο δε συνέβη και καταφέραμε να απομακρυνθούμε από την περιοχή. Περισσότεροι από 3.000 καραμπινιέροι, μαζί με ελικόπτερα, επιχείρησαν να μας πάρουν στο κατόπι τις επόμενες ώρες και μέρες, αλλά δεν κατόρθωσαν να μας μαγκώσουν.

Τα νέα ταξιδέψανε, φέρνοντας μαζί τους έναν αγέρα λευτεριάς σε όλες τις φυλακές, προκαλώντας κραυγές χαράς, αυθεντικές γιορτές και σε μερικές περιπτώσεις αληθινές εξεγέρσεις. Ως και μομφές κατατέθηκαν στο ιταλικό κοινοβούλιο για καθαίρεση του υπουργού Δικαιοσύνης και του υπευθύνου των σωφρονιστικών αρχών, μιας και το σκάνδαλο ήταν τεράστιο και οι κρατικές δυνάμεις «της τάξης» είχανε ξεφτιλιστεί. Εμείς, όντας ήδη σε ασφαλή τοποθεσία, τσουγκρίζαμε ποτήρια μπίρας γευόμενοι τη λευτεριά και τη ζεστασιά τού να βρίσκεται κανείς ανάμεσα σε συντρόφια, ξεσπώντας σε χάχανα ικανοποίησης.