Tag Archives: εργατική τάξη

[Αργεντινή] Μιλώντας με τα ντουβάρια: «Χωρίς δουλειά δεν υπάρχει κοινωνική ειρήνη»

Οι αντιφρονούντες κάνουν τα ντουβάρια να μιλάνε για να δώσουν τροφή για σκέψη, για αγκιτάτσια, για να εκπλαγεί ο αφηρημένος περαστικός. Εμείς θέλουμε να μιλήσουμε με τα ντουβάρια για να εμβαθύνουμε σε αυτό που φωνάζουν.

Αυτό το σύνθημα της Ένωσης Εμποροϋπαλλήλων του Ροζάριο πετυχαίνει διάνα εκθέτοντας τη σχέση ανάμεσα στη δουλειά και την κοινωνική ειρήνη. Σε αυτή την περίπτωση για να εξυμνήσει και τις 2 έννοιες. Εμάς, αν και είμαστε καταναγκασμένοι να δουλεύουμε και να επιβιώνουμε σε αυτή την κοινωνική ειρήνη, μας προκαλούν αποστροφή.

Το έχουμε πει ήδη, η δουλειά είναι η μορφή που παίρνει η ανθρώπινη δραστηριότητα κάτω από συνθήκες καπιταλισμού. Αυτή η μορφή, που ούτε θέλει, ούτε μπορεί να διασφαλίσει τις ελάχιστες ανάγκες, μετατρέπει τον άνθρωπο σε εμπόρευμα και τον υποχρεώνει να συσχετίζεται με τους συναθρώπους και τα πράγματα μέσω εμπορευμάτων, όχι προς εκπλήρωση των ανθρώπινων αναγκών και επιθυμιών, αλλά προς ικανοποίηση του Κεφαλαίου.

Θέλουμε να πούμε επίσης πως η κοινωνική ειρήνη είναι αυτή η συμφιλίωση ανάμεσα στις τάξεις την οποία βιώνουμε, ο τρόμος των δημοκρατικών και στρατιωτικών κρατών, η ειρήνη των νεκροταφείων…

Η μισθωτή εργασία είναι άκρως απαραίτητη γι’ αυτή την κοινωνική ειρήνη, όπως ακριβώς και η ανεργία. Στον καπιταλισμό δεν έχει υπάρξει, δεν υπάρχει, ούτε μπορεί να υπάρξει απασχόληση για όλα τα άτομα. Χωρίς ανέργους οι μισθοί θα ανέβαιναν στα ύψη, η διαρκής απειλή να μας απολύσουν γνωρίζοντας πως πίσω μας παίζουν δεκάδες ή εκατοντάδες ατόμων που περιμένουν να πιάσουν το πόστο μας για λιγότερα φράγκα είναι αυτή που διασφαλίζει την κοινωνική ειρήνη.

Η οργάνωση της δουλειάς είναι αυτή η κοινωνική ειρήνη στην πράξη. Η μπατσαρία να περιδιαβαίνει τις πόλεις, διαπράττωντας αδικήματα ακόμα κι εκτός νομικού πλαισίου, είναι η κοινωνική ειρήνη. Οι πειναλέοι σε κάθε γωνιά του πλανήτη είναι η κοινωνική ειρήνη και βέβαια κάθε λεπτό που μας κλέβουν στη δουλειά διασφαλίζει την κοινωνική ειρήνη.

Με δουλειά υπάρχει κοινωνική ειρήνη. Με δουλειά υπάρχει απαραίτητα εκμετάλλευση και η κοινωνική ειρήνη είναι η διατήρηση αυτής της τάξης πραγμάτων, της αντιμετώπισης δηλαδή των ανθρώπινων όντων ως αντικειμένων.

Αύγουστος 2016, περιοδικό La Oveja Negra

Anton Pannekoek: Ο συνδικαλισμός

κάντε κλικ στην εικόνα για να διαβάσετε/κατεβάσετε το βιβλίο σε pdf

λάβαμε ψηφιοποιημένο από τις
Εκδόσεις Επαναστατική Αυτοοργάνωση
& εκδόσεις Ελευθεριακού Ινστιτούτου Κοινωνικών Μελετών Ιωαννίνων

[Ιταλία] Συλλογικότητα εργατών της φάμπρικας Fargas: O αγώνας ενάντια στην αναδιάρθρωση

κάντε κλικ στην εικόνα για να διαβάσετε/κατεβάσετε το βιβλίο σε pdf

λάβαμε ψηφιοποιημένο από τις
Εκδόσεις Επαναστατική Αυτοοργάνωση
& εκδόσεις Ελευθεριακού Ινστιτούτου Κοινωνικών Μελετών Ιωαννίνων

[Αγγλία] Παραβατικότητα τότε και τώρα

Άμα διερωτάται κανείς ποια είναι η αιτία της νεανικής παραβατικότητας, τότε θέτει το λάθος ερώτημα. Πιο ρεαλιστικά, θα μπορούσε κανείς να διερωτηθεί γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι αποφεύγουν τόσο συχνά μια τέτοια συμπεριφορά.

Ένας πιτσιρικάς περιπλανιέται μέσα σ’ ένα πολυκατάστημα, όπου βλέπει πολλά αντικείμενα, τα οποία κι εποφθαλμιά και θα μπορούσε να κλέψει χωρίς να υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να τον τσακώσουν – παρ’ όλα αυτά, αποφεύγει να το κάνει. Ποια είναι η αιτία της αναστολής της δράσης του; Σίγουρα ένα απ’ τα αίτια είναι ένας ρεαλιστικός φόβος εντοπισμού, ωστόσο αυτή η προφυλακτικότητα από μόνη της δε δικαιολογεί πλήρως τη διαδεδομένη πρακτική της τιμιότητας. Όλοι θα συμφωνήσουν ότι υπάρχει επίσης ένας ανασταλτικός παράγοντας, μια εσωτερική συγκράτηση, την οποία αποκαλούμε συνείδηση. Πολλά αγόρια θα νιώσουν αναστολές μπροστά στην ικανοποίηση της αρπακτικότητάς τους ακόμα κι όταν είναι απολύτως σίγουρα ότι δεν πρόκειται να πιαστούν. Όμως το να κοτσάρει κανείς το χαρακτηρισμό «συνείδηση» σ’ έναν ανασταλτικό παράγοντα δε σημαίνει πως εξήγησε το πράγμα και ξεμπέρδεψε. Ο Φρόυντ προσέγγισε το φαινόμενο από τη σκοπιά του «υπερεγώ», αλλά δεν είναι ανάγκη να υποθέσει κανείς όλες τις πολύπλοκες συνιστώσες του συστήματός του για να μελετήσει τη λειτουργία αυτής της μορφής ενσώματου περιορισμού που διέπει τόσο πολλές από τις ενέργειές μας, μερικές φορές κατά αυθαίρετο και γελοιώδη τρόπο.

Ο μηχανισμός με τον οποίο συνήθως οι άνθρωποι αποτρέπουν τον εαυτό τους από απαγορευμένες πράξεις είναι συζητήσιμος, και μένει τώρα να εξεταστεί γιατί ο μηχανισμός αυτός καταρρέει με ορισμένη συχνότητα, ιδίως στ’ αγόρια που είναι στην ηλικία των δεκατεσσάρων ετών περίπου. Ένας λόγος είναι ότι η παιδαγώγηση που έλαβαν δεν ήταν και πολύ αποτελεσματική. Πολλοί γονείς της εργατικής τάξης επιτρέπουν κάποια ευελιξία κινήσεων στα παιδιά τους, η οποία είναι πολύ διαφορετική απ’ αυτήν που επιτρέπεται σε οικογένειες της μεσαίας τάξης. Το αγόρι θα μάθει ότι μπορεί να τις αρπάξει αν η μάνα τον πιάσει να ξαφρίζει χρήματα απ’ την τσάντα της, μα αυτό δεν είναι το είδος της αντιμετώπισης που χτίζει προδιάθεση για ένα αίσθημα φόβου συνυφασμένου με την κλοπή. Οι περισσότερες μελέτες των μεθόδων ανατροφής έχουν δείξει ότι αυτό που παράγει μιαν «ισχυρή ηθική αίσθηση» στα παιδιά είναι η αγωγή υπό την απειλή της «απόσυρσης της αγάπης». Αν το παιδί μεγαλώνει σε μια συνθήκη στοργικής συναισθηματικής εξάρτησης απ’ τους γονείς του, τότε η απόσυρση της γονικής έγκρισης συνιστά πολύ ισχυρή κύρωση. Το παιδί που απλώς ξυλοφορτώνεται όποτε κάνει αταξίες, μαθαίνει πώς ν’ αποφεύγει να πιαστεί, ή όντως να σταθμίζει τον πόνο από ένα μπερντάκι ξύλο μπροστά στην έκνομη απόλαυση. Το παιδί που ’χει μάθει να αισθάνεται ηθική αποδοκιμασία από ενηλίκους οι οποίοι συνήθως τον αντιμετωπίζουν τρυφερά είναι λιγότερο σε θέση να γράφει στα παλιά του τα παπούτσια την τιμωρία που επιφέρουν οι ατασθαλίες· προκειμένου να επαναφέρει τον εαυτό του σε κατάσταση χάριτος, χρειάζεται να κοπιάσει εργωδώς για να ’ναι καλό παιδί, κι ως εκ τούτου να εσωτερικεύσει τα ηθικά μέτρα και σταθμά των γονιών του.

Βέβαια ό,τι περιγράφηκε παραπάνω είναι τα άκρα δυο διαφορετικών τύπων μεταχείρισης παιδιών. Κατά γενική ομολογία, ο κανόνας βρίσκεται κάπου στη μέση. Αν ωστόσο οι γονικές φιγούρες είναι άστοργες, αδιάφορες ή απούσες, δεν μπορούνε να διαπαιδαγωγήσουν το παιδί με την «απόσυρση της αγάπης», και το παιδί είναι πιθανόν να μεγαλώσει έχοντας πολύ ισχνή συνείδηση. Κι ύστερα, άμα οι γονείς είναι ιδιαίτερα ασυνεπείς στη συμπεριφορά τους, άλλοτε επικρίνοντας και τιμωρώντας το παιδί για κατεργαριές, κι άλλοτε παραβλέποντας μια τέτοια συμπεριφορά, η διαδικασία παιδαγώγησης δεν πρόκειται να λειτουργήσει, και το παιδί δε θ’ αναπτύξει οποιαδήποτε συνεπή ηθικά μέτρα και σταθμά.

Πολλά από τα παραπάνω ενδέχεται να παρερμηνευτούν από κάποιον απρόσεκτο αναγνώστη. Μπορεί εσφαλμένα να θεωρηθεί ότι ο παρών συντάκτης προτάσσει ένα πρόγραμμα αυστηρής ηθικής αγωγής για τους νέους μέσω της δραστικής κύρωσης της «απόσυρσης της αγάπης». Να ’στε σίγουροι πως δεν έχει υποστηριχτεί κάτι τέτοιο εδώ πέρα. Ή, πάλι, θα μπορούσε να υποτεθεί, εξίσου λανθασμένα, ότι ο υπογράφων ισχυρίζεται πως ο μόνος λόγος που απέχουμε απ’ τη ληστεία και τη βία είναι ότι μας κλοτσάει δυσάρεστα η πλημμυρίδα της αγωνίας κάθε φορά που σχεδιάζουμε τέτοιες ενέργειες. Ένα τέτοιο μοντέλο παραείναι χοντροκομμένο. Αυτό που πραγματικά υποδηλώνεται εδώ είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι υιοθετούν μια κοινή ηθική συμπεριφορά εντελώς από συνήθεια.

Σε μια κοινωνία στηριγμένη στην αμοιβαία βοήθεια, ούτε που θα υπήρχε πρόβλημα ηθικής. Όμως η κοινωνία μας βασίζεται στον επιθετικό ανταγωνισμό, στην αδικία και μεροληψία. Το κατεστημένο συντηρείται από ένα συνδυασμό αμιγούς εκφοβισμού και γελοιωδώς στρεβλής ηθικής εκπαίδευσης. Ένας από τους πιο ιερούς θεσμούς εντός της κοινωνίας μας είναι η ιδιοκτησία. Αν ένας πιτσιρικάς μου ’κλεβε τ’ αυτοκίνητο, θα ένιωθα ενοχλημένος και θα ζητούσα απ’ την αστυνομία να μου το φέρει πίσω. Ωστόσο δε θα ένιωθα καμία ικανοποίηση αν τον πιάνανε και τον βάζανε στη στενή. Ούτε και πιστεύω ότι η πράξη του να κλέψει είναι «ανήθικη». Σαν οδηγώ στους βρεγμένους, κρύους δρόμους καθισμένος μες στο ζεστό κι άνετο άδειο αμάξι μου, και βλέπω τις εξαθλιωμένες μανάδες αυτών των αγοριών να περιμένουν στην ουρά σε στάσεις λεωφορείων, μάλλον θα πρέπει ν’ αναρωτηθώ αν η δική μου θέση δεν είναι ανήθικη – πολύ πιο ανήθικη από κείνη των μη προνομιούχων νεαρών που κατά καιρούς κλέβουν ένα κάρο. Είμαι συγκριτικά μυαλωμένος κι έχω λάβει καλή μόρφωση, συνεπώς πληρώνομαι αδρά για μια δουλειά με ενδιαφέρον και ποικιλία, ενώ κείνοι είναι συγκριτικά αλαφρόμυαλοι και φρικιαστικά απαίδευτοι, εξ ου και πληρώνονται ένα κομμάτι ψωμί για μια ανιαρή δουλειά τίγκα στη ρουτίνα. Γι’ αυτό εγώ βολτάρω με τ’ αυτοκίνητο ενώ εκείνοι στέκονται στην ουρά και γίνονται μουσκίδι. Αυτό είναι κοινωνικό γεγονός, και καθιστά βλακώδεις τις απόπειρες των ηθικολόγων να μπλέξουνε το έγκλημα με την ανηθικότητα.

Η κοινωνία παίρνει το ποσοστό παραβατικότητας που της αξίζει, ωστόσο αυτό το απλό γεγονός παραγνωρίζεται από μπόλικους καλούς ανθρώπους των οποίων το επάγγελμα είναι η σπουδή της εγκληματολογίας. Οι καλοπράγμονες ελπίζουν αορίστως ότι θα μειώσουν κάπως το ποσοστό παραβατικότητας μέσω προληπτικών μεθόδων κοινωνικής φύσεως ή ακόμα και μέσω «θεραπείας» εφαρμοσμένης σ’ όσους βρίσκονται έγκλειστοι – και πάντοτε χωρίς ν’ αλλάζει η θεμελιώδης δομή της κοινωνίας μας. Το 1962 το εγκληματολογικό τμήμα του Συμβουλίου της Ευρώπης έκανε μια γύρα σε διάφορες χώρες, ρωτώντας τους αρμοδίους τι προγράμματα πρόληψης εγκλήματος έχουν εγκαινιαστεί σε καθεμία. Το έγγραφο που προέκυψε αποκαλύπτει την απόλυτη ένδεια φαντασίας της πλειονότητας εκείνων που συνέβαλαν στην εν λόγω έρευνα. Γενικώς η απάντηση θα μπορούσε να συνοψιστεί στην ειλικρινή απάντηση «τίποτα», έλα όμως που καταφεύγουν πολλάκις σε μια γερή δόση από παπαριές προκειμένου να κουκουλώσουν το γεγονός ότι κανένας τους δεν είχε σαφή και εφαρμόσιμη ιδέα για το πώς θα μπορούσε να προληφθεί η παραβατικότητα.

Όσον αφορά τη «θεραπεία» που ασκείται σε κρατουμένους προκειμένου ν’ αναμορφωθούν οι «ποινικές τάσεις» τους, το μεγαλύτερο μέρος της είναι ένα κακόγουστο αστείο που φανερώνει την ηλιθιότητα των ψυχολόγων οι οποίοι συγχέουν την εγκληματικότητα με την ψυχική νόσο. Τώρα, αν και ορισμένοι άντρες καταλήγουν στη φυλακή εξαιτίας ψυχολογικών διαταραχών, π.χ. ο επιδειξίας, ο πυρομανής, αυτό δεν εμπίπτει σε καμιά ψυχιατρική έννοια. Είναι πράγματι τεράστιο το θράσος του κάθε καλοπράγμονα, τη στιγμή που παίζουν πωρωμένοι ανθρωποφύλακες· το τελευταίο πράγμα που θέλουν είναι να κάνουν καλό στους κρατουμένους – κακό θέλουν να τους κάνουν, να τους ταπεινώσουν, να τους συντρίψουν και να τους τιμωρήσουν. Υπάρχει κάτι τρομακτικά βαρεμένο στο χαρακτήρα οποιωνδήποτε επιλέγουν αυτοβούλως να περάσουν την επαγγελματική τους ζωή στη φυλακή, όταν έχουνε πρόσβαση σε κάθε άλλη ασχολία, έστω και στα ταπεινότερα των επαγγελμάτων. Κι όμως, διάβασα για έναν αυτόκλητο δημοσιολόγο ονόματι Χάουζερ, ο οποίος διατείνεται πως δείχνει στους ανθρωποφύλακες πώς να γίνουν «θεραπευτές»: δε γνωρίζω να παρήγαγε το ναζιστικό κίνημα τίποτε τσαρλατάνους που να διατείνονταν πως δείχνουν στους άντρες των Ες-Ες πώς να καλυτερεύσουν την εβραϊκότητα των Εβραίων αντί να τους περιποιηθούν με τον καθιερωμένο τρόπο.

Πηγή: Τόνυ Γκίμπσον [Tony Gibson, 1914-2001], στο αναρχικό τριμηνιαίο περιοδικό The Raven, τ. 22 («Έγκλημα»), σελ. 105-107, Λονδίνο, Απρίλιος-Ιούνιος 1993

Αντιγκέα, Ρωσία: Εμπρηστική επίθεση σε εργοτάξιο αυτοκινητοδρόμου

Στα τέλη Ιούλη του 2013 στην Αντιγκέα, κοντά στην πόλη του Μαΐκοπ, πραγματώσαμε μια δράση οικοσαμποτάζ σ’ ένα εργοτάξιο οδοποιίας, δηλαδή καταστροφής των δασών και του φυσικού τοπίου. Επιλέξαμε μια νύχτα χωρίς φεγγάρι για να προσεγγίσουμε το χώρο των έργων επέκτασης του αυτοκινητοδρόμου: στόχος της συνωμοσίας μας γίνανε περιουσιακά στοιχεία της κατασκευαστικής φίρμας, καθώς και προσωπικά αντικείμενα των σκλάβων της. Αφού τσακώσαμε μια κοτρόνα από παρακείμενη τάφρο, σπάσαμε το τζάμι ενός παραθύρου και χύσαμε κάμποση βενζίνα στο εσωτερικό ενός κινητού κοντέινερ (απ’ αυτά που προσδένονται σε τρέιλερ ή φορτηγά), περιχύνοντας την υπόλοιπη βενζίνα στους τροχούς. Βεβαιωθήκαμε ότι το πεδίο ήταν ασφαλές, και με το τσαφ ενός σπίρτου στείλαμε αυτό το γαμίδι στην κόλαση, όπου και ανήκει. Ευχόμαστε κι η κατασκευαστική φίρμα να ’χει την ίδια τύχη με τα σκουπίδια της. Η αποχώρησή μας φωτίστηκε από φλόγες, ως συνήθως, και κανείς δεν είχε τα κότσια να μας εμποδίσει.

Μην περιμένετε να είναι όλα ωραία και καλά για να πραγματώσετε μία επίθεση. Μονάχα μια συνθήκη διαρκούς αγώνα μπορεί να σας ενδυναμώσει. Άμα ακολουθείτε το μονοπάτι της αναμονής για τη σωστή στιγμή, της εξοικονόμησης χρημάτων για την προμήθεια ενός κάρου εργαλείων, τότε βάζετε τη μάχη σε δεύτερο χρόνο. Κανένα καμουφλάζ ή ζευγάρι μπότες δεν κάνουνε από μόνα τους τη δράση. Αυτά είναι μονάχα εφόδια. Βγείτε στη μάχη τώρα! Μην ακούτε όσους λένε πως δεν είναι ακόμη η ώρα. Στο διάβολο να πάνε οι σεβάσμιοι ιδεολόγοι! Στο διάβολο κι η «παραστρατημένη» αναρχία! Η αναρχία είναι εδώ και τώρα! Κι ας πάει να πνιγεί ο αγώνας των συνδικάτων! Η εργατική τάξη, ακριβώς όπως κι η υπάρχουσα κοινωνία, έχει φάει τα ψωμιά της εδώ κι έναν αιώνα περίπου. Είναι σάπια και χαλασμένη, και η έκθεσή μας σ’ αυτήν γίνεται διά της επιβολής, όπως κι η έκθεσή μας στον Λένιν. Κάντε ό,τι θέλετε, κι ακριβώς όπως το θέλετε. Ελευθερώστε τον εαυτό σας. Αγωνιστείτε για τον εαυτό σας. Πολεμήστε για τ’ αδέρφια σας. Πολεμήστε για το μέλλον των παιδιών σας. Κανείς δεν πρόκειται να σας χαρίσει τη λευτεριά, άμα δεν την αρπάξετε εσείς οι ίδιοι για τον εαυτό σας. Αν δεν είστε σε θέση να κάνετε ένα βήμα πέραν της γενικόλογης «αντίστασης» και να παραβείτε το «νόμο» έστω και σε τόσο μικρές δόσεις, τότε να το ξέρετε πως σαν ξεσπάσει το μακελειό του εμφυλίου δε θα ’χετε το στομάχι ν’ αναλάβετε οποιαδήποτε ενέργεια. Καλή τύχη.

ΣΠΦ Ρωσίας 2013

[Ιταλία] Αλφρέντο Μαρία Μπονάννο: «Ας μην αιθεροβατούμε, παρακαλώ»

aaaΑν προσυπογράφεις την ιδέα της καταστροφής της εργασίας, πάντοτε θα βρεις κάποιον, ακόμη και μεταξύ αναρχικών, που θα πει: «Κι αύριο; Αν δε δουλέψουμε, τι θα φάμε αύριο;»

Αν λοιπόν πάρεις μια τέτοια απάντηση, σημαίνει ότι μιλάς σ’ έναν πραγματιστή αναρχικό ή μάλλον σε κάποιον που πατάει τα πόδια του γερά στο έδαφος· σ’ έναν απ’ αυτούς τους τύπους που, μόλις τον ρωτήσεις αν εξακολουθεί να θεωρεί το ρόλο της εργατικής τάξης σημαντικό στη σύγκρουση μεταξύ κυριαρχημένων και κυριάρχων, θα σου πει «Εννοείται!»

Μην πάρεις όμως το ρίσκο να τον ρωτήσεις τι σημαίνει να ’ναι κανείς ρεαλιστής ή πραγματιστής. Η απάντησή του μπορεί να διαταράξει τα όνειρά σου για πολύ καιρό.

Θα σου πει ότι χρειάζεται να σέβεσαι τις συνθήκες της ταξικής πάλης, αντί να τοποθετείς τον εαυτό σου ιδεολογικά πάνω απ’ τα μυαλά των γύρω σου, ώστε να μη γίνεις μια πρωτοπορία του προλεταριάτου – προσθέτοντας εκεί αρκετά πειστικά πως αυτό δεν το κάνεις από μια ανάγκη να έχεις αποδοτικότητα στον αγώνα ή να πάρεις άμεσα αποτελέσματα, αλλά επειδή είναι απαραίτητο να συνεχίσεις να στηρίζεις τους εκμεταλλευομένους στο μέρος όπου δείχνουν τη μεγαλύτερη δυνατή ικανότητα να ανταπαντήσουν στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, δηλαδή στο χώρο εργασίας.

Βέβαια, εσένα θα σου ’ρθει να πεις (που σε συμβουλεύω να το κρατήσεις για τον εαυτό σου): «Μα αυτό δεν είναι καμουφλαρισμένη ιδεολογία, μ’ άλλα λόγια ιδέες που έχουν χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα;» Και θα θελήσεις να πεις πως η εργατική τάξη δεν υπάρχει πλέον, ότι έχει διαλυθεί απ’ την ιστορική συνάντηση του Κεφαλαίου με τις νέες τεχνολογίες, κι έτσι κάθε ρεφορμιστική πρακτική, όπως η υποβολή αιτημάτων ή η προάσπιση κεκτημένων, απλώς στηρίζει αυτήν τη στρατηγική της κυριαρχίας και του αφανισμού. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν άσκοπο να μιλήσεις. Ο ρεαλισμός, ή ο πολιτικός πραγματισμός, είναι αρρώστια που δεν παλεύεται. Υπαινίσσεται την πρακτική εκείνων που βλέπουν τα πράγματα μονάχα υπό αιτιώδεις, σχηματικούς όρους. Δεν μπορούν να ξεφύγουν από τέτοια προαπαιτούμενα. Για να λέμε την αλήθεια, ο γκραντουαλισμός μπορεί να είναι εξαιρετικά πειστικός. Η θεωρία του βαθμιαίου δίνει έστω μια παρηγοριά ως προς τι θα μπορούσε να συμβεί βραχυπρόθεσμα, καταστέλλοντας το φόβο του μέλλοντος.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, αυτό που μας λέει ο ρεαλιστής, πραγματιστής μας σύντροφος είναι ότι ένα ουσιαστικό σημείο της πάλης είναι να διασφαλίσουμε πως δε θα επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος. Ποτέ ξανά φασισμός! Κι ανατρέχοντας στις παλιότερες μορφές του φασισμού παραλείπουν να δούνε τις καινούργιες, που σε καμία περίπτωση δεν προσομοιάζουν μ’ αυτές του παρελθόντος, αλλά ενδεχομένως είναι κι ακόμα χειρότερες. Ο σύντροφος αυτός σκοπίμως σου πετάει πως αν δε δουλέψεις δε θα ’χεις να φας, για να σε αποστομώσει, και πως είναι επικίνδυνο και μη ρεαλιστικό να επιμένεις ως προς την καταστροφή της δουλειάς, αφού υποστηρίζει μια θέση που παραμένει αγκιστρωμένη στην πραγματικότητα του παρόντος, την οποία και καταλήγει να δικαιολογεί χωρίς καν να το συνειδητοποιεί. Δεν τον ενδιαφέρει να κουβεντιάσει ιδέες ή ζητήματα μεθόδου. Το μόνο που θέλει να ξέρει είναι τ’ αναμενόμενα αποτελέσματα, τα οποία είναι σε θέση να υπολογίζει μόνο από ποσοτική άποψη: να προσμετρώνται άνθρωποι και πράγματα, να συμπίπτουν δεδομένα της πραγματικότητας με εγχειρήματα, να γίνεται κατανοητή η κοινωνική δυναμική. Αυτές είναι οι ιδέες και οι μέθοδοι που απέδωσαν καρπούς στο παρελθόν. Δεν παίζει τώρα να υπάρχει κάτι σαν κριτική σκέψη ή κάτι που θα μπορούσε να τις θέσει υπό αμφισβήτηση.

Πρέπει να απομονωθεί κάθε ιδέα που θα μπορούσε ν’ απειλήσει την αναζήτησή του για τη συναίνεση των εκμεταλλευομένων ή που θα μπορούσε με κάποιον τρόπο να παρουσιάσει τους αναρχικούς επαναστάτες ως υπονομευτές της συντεταγμένης τάξης, συμπεριλαμβανομένης της θεμιτής απαλλοτρίωσης των μέσων παραγωγής· γιατί, αν δεν αποκλειστεί κάθε παρόμοια ιδέα, έχετε γεια, απαλλοτρίωση και ειρηνική μετάβαση στην ελεύθερη κοινωνία του μέλλοντος. Πειραματισμοί μπορούν να διεξαχθούν μονάχα ανά μικρές ομάδες, θα πει αυτός ο σύντροφος με το φωτισμένο, πραγματιστικό όραμα που ’χει για τον αγώνα, και τούτες είναι ασήμαντες απ’ τη σκοπιά της ταξικής πάλης.

Αυτή η νοοτροπία έχει μια σειρά από άλλα χαρακτηριστικά. Πρώτον, ανταποκρίνεται σε μια αντίληψη της πραγματικότητας η οποία εξαρτάται από ορισμένες προϋποθέσεις, μια εξέλιξη την οποία κάποιος βοηθά παρέχοντας απλώς ευκαιρίες για βελτιώσεις. Η λειτουργία τού απολύτως άλλου δε λαμβάνεται υπόψη. Ό,τι ξεκίνησε ως μία άποψη των πραγμάτων δε θ’ αργήσει να γίνει καταδίκη και να αποστασιοποιηθεί μόλις ο πειραματισμός που γίνεται προς αυτή την κατεύθυνση αποκτήσει κάποια σημαντική μορφή και συνέπεια. Δεύτερον, η ίδια νοοτροπία αποδέχεται την τεχνολογία ως το κύριο στοιχείο που ενυπάρχει σε οποιαδήποτε αστική συμβίωση, έτσι δύναται μονάχα να φανταστεί τη μελλοντική κοινωνία ως ορμώμενη από μια εναλλακτική χρήση της σημερινής τεχνολογίας. Τρίτον, δε δύναται ν’ απαλλαγεί απ’ το δικό της θεσμικό καθήκον, αυτό του εξορκισμού κάθε φόβου μπροστά στο άγνωστο. Οποιαδήποτε απόπειρα να επιταχυνθεί αυτός ο γκραντουαλισμός αντιμετωπίζει ανυπέρβλητα προβλήματα, κάνοντας το άγνωστο να φαντάζει σαν εχθρός και το γνωστό (δηλαδή τη διατήρηση του υπάρχοντος) σαν κάτι που πρέπει να προστατεύεται μην τυχόν και πέσει στα χέρια των βαρβάρων.

Συχνά, ακόμα και το ν’ απαντήσεις σε αυτούς τους τύπους μέσα από τις δικές μας θέσεις για το απολύτως άλλο είναι πλήρες χάσιμο χρόνου. Η βαριά σκιά των γραφειοκρατών έχει περάσει πάνω από κάθε εποχή, ήδη από τις σκοτεινές απαρχές της ιστορίας. Κάτι άλλο χρειάζεται να γίνει.

πηγή

Alfredo M. Bonanno, Per favore, restiamo con i piedi per terra, άρθρο που δημοσιεύτηκε στην αναρχική εφημερίδα Canenero, τ. 26, 12.5.1995 —η απόδοση στα ελληνικά έγινε από την αγγλική μετάφραση της Τζην Ουίρ [Jean Weir] στην έκδοση Let’s destroy work, let’s destroy the economy («Ας καταστρέψουμε τη δουλειά, ας καταστρέψουμε την οικονομία»), Elephant Editions, Λονδίνο

Το ολυμπιακό φρούριο δεσπόζει στο Λονδίνο

Κάτοικοι του Τάουερ Άμλετς έφριξαν όταν έμαθαν πως θα τοποθετηθούν πύραυλοι επιφανείας-αέρος σε πύργο ελέγχου εντός της περιοχής του Ανατολικού Λονδίνου, και συγκεκριμένα στις εγκαταστάσεις γύρω από το παλιό εργοστάσιο σπίρτων Μπράιαντ εν Μέυ (το σημερινό φρουρούμενο οικιστικό σύμπλεγμα Μπο Κουάρτερ). Έτσι, δεν άργησε να ξεκινήσει μια καμπάνια εναντίωσης στις εγκαταστάσεις πυραύλων, που οργανώθηκε από κατοίκους και αλληλέγγυους (βλ. περισσότερα εδώ).

Ωστόσο, η τοποθέτηση πυραύλων εκεί κι οπουδήποτε αλλού είναι μόνο ένα μέρος της ιστορίας. Σχεδόν 48.000 μισθοφόροι δυνάμεων ασφαλείας θα παραταχθούν σε όλο το Λονδίνο, πέραν των 13.500 φαντάρων – που ’ναι περισσότεροι απ’ όσους στρατιώτες του βρετανικού στρατού έχουν στρατοπεδεύσει στο Αφγανιστάν. Σε ετοιμότητα βρίσκεται επίσης ηχητικό όπλο σχεδιασμένο για τη διασπορά πληθών, το οποίο προξενεί «πόνο μέχρι συντριβής κρανίου». Μη επανδρωμένα τηλεκατευθυνόμενα αεροσκάφη θα περιπολούν στους αιθέρες πάνω απ’ το Λονδίνο. Ένα αεροπλανοφόρο θα ’ναι αγκυροβολημένο σε όχθη του Τάμεση, πλάι σε άλλα πολεμικά πλοία. Θα τεθεί σε εφαρμογή μια «ζώνη ασφαλείας», που θα περιβάλλεται από 11 μίλια ηλεκτροφόρου φράχτη και θα περιπολείται από 55 ομάδες ασφαλείας με σκυλιά εφόδου. Κι αυτά τώρα δεν παίζουν κάπου στη Βόρειο Κορέα ή στην πρώην Σοβιετική Ένωση, αλλά στο Λονδίνο σήμερα – ούτε η κυβέρνηση της Κίνας, στους Ολυμπιακούς του Πεκίνου, δε σήκωσε τέτοιο φράχτη ή μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

Η νομοθετική πράξη Ολυμπιακών Αγώνων του 2006 (που διέπει και τους φετινούς Ολυμπιακούς του Αυγούστου) σημαίνει πως όχι μόνο η αστυνομία κι οι ένοπλες δυνάμεις, αλλά και ιδιωτικές εταιρείες σεκιούριτι έχουν το ελευθέρας να χρησιμοποιήσουν φυσική βία έναντι άλλων για να «προστατέψουν τους Ολυμπιακούς». Κι αυτό περιλαμβάνει τα πάντα, από διαδηλώσεις και απεργίες μέχρι την πώληση ολυμπιακών προϊόντων λαθρεμπορίας στο δρόμο, όσα δηλαδή δεν είναι επισήμως εγκεκριμένα. «Ομάδες προστασίας εμπορικού σήματος» θα περιπολούν εντός των ολυμπιακών εγκαταστάσεων για να εξασφαλίζουν πως θα φοριούνται μονάχα ρούχα ή αξεσουάρ με επισήμως εγκεκριμένη μάρκα.

Επιπλέον, άνθρωποι που θα συχνάζουν έξω στο δρόμο –ένα σύνηθες φαινόμενο ιδίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες– θα παρενοχλούνται, ειδικά η νεολαία της τοπικής εργατικής τάξης. Αυτό συμβαίνει ήδη, με την αυξημένη επιτήρηση και παρεμπόδιση στους δήμους που συνορεύουν με τις ολυμπιακές εγκαταστάσεις. Οι άστεγοι πρόκειται ν’ απομακρυνθούν· για την ακρίβεια, η αστυνομία μπορεί να εκκαθαρίσει οποιονδήποτε απ’ τους δρόμους, εφόσον «εικάζεται ότι κατ’ οιονδήποτε τρόπο προκαλεί όχληση».

Μέσα σ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει καμία ένδειξη πως το τρέχον καθεστώς θα εξαφανιστεί μετά το πέρας των Ολυμπιακών και Παραολυμπιακών. Η αστυνομία θα βγει απ’ τη διοργάνωση με περισσότερα γκάνια και αλαζονεία απ’ ό,τι πριν, ολόκληρες γειτονιές θα σαρωθούν από έναν κοινωνικό καθαρισμό και εξευγενισμό, οι φόροι θα γίνουν ακόμα πιο τσιμπημένοι, προκειμένου ν’ αποπληρωθούν όλα αυτά, και όλοι οι εγκατεστημένοι μηχανισμοί ασφαλείας και οι κάμερες παρακολούθησης θα μείνουν στη θέση τους.

Οι Αγώνες δε διεξάγονται για τον αθλητισμό. Στήνονται για τον εμπορευματοποιημένο πατριωτισμό, την τοποθέτηση εμπορικών προϊόντων και την αισχροκέρδεια των κτηματομεσιτών και των ιδιοκτητών ακινήτων. Ορθώνονται για να ενισχύσουν την ώθηση προς το νεοφιλελευθερισμό, για να καταστρέψουν τις γειτονιές της εργατιάς όπου ζούμε, για να ενισχύσουν την εξουσία ενός κράτους που γίνεται ένα αστυνομικό κράτος όλο και πιο εντατικά. Ποιος είναι ο εχθρός μέσα σ’ αυτή την Ανακαινισμένη Βρετανία; Εμείς είμαστε, η πλειονότητα του πληθυσμού!

Αναρχική Ομοσπονδία, Ιούνης 2012

πηγή

Λονδίνο: «Γιατί είμαστε ενάντια στις φυλακές, σ’ όλες τις φυλακές;»

ΦΩΤΙΑ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ – ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΤΙΣ ΠΑΡΑΓΕΙ – Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΠΛΟ ΜΑΣ

Φυλλάδιο αναρχικών που μοιράστηκε στους δρόμους του Μπρίξτον, στο Νότιο Λονδίνο, και στη διάρκεια διαδήλωσης αλληλεγγύης έξω απ’ τις αντρικές φυλακές στις 5 Ιούνη

Γιατί είμαστε ενάντια σ’ όλες τις φυλακές;

Λένε πως η φυλακή χρειάζεται για να τιμωρεί εκείνους κι εκείνες που παραβαίνουν τους «κανόνες της κοινωνίας».

Στ’ αλήθεια όμως οι «κανόνες» αντιστοιχούν στη θέληση του λαού; Δηλαδή, οι φτωχοί αποδέχονται μετ’ ευαρεσκείας το γεγονός ότι η δουλειά τους αυγατίζει τις περιουσίες των πλουσίων;

Αν αναλογιστούμε τον τρόπο λειτουργίας αυτής της κοινωνίας, μπορούμε μονάχα ν’ αποφασίζουμε πώς να συμπεριφερθούμε έναντι νόμων τους οποίους έχει επιβάλει μια κυβέρνηση πάνω στην πλειονότητα γυναικών και αντρών. Συνεπώς, προτού διερωτηθούμε αν είναι ή δεν είναι δίκαιο να τιμωρούνται με εγκλεισμό εκείνοι κι εκείνες που παραβαίνουν τις κείμενες διατάξεις, θα πρέπει να διερωτηθούμε: ποιοι αποφασίζουν –και πώς– τους κανόνες που διέπουν αυτή την κοινωνία;

Λένε πως η φυλακή μάς προστατεύει από τη βία.

Είναι όμως στ’ αλήθεια έτσι το πράγμα; Πώς γίνεται, δηλαδή, κι η χείριστη βία (αρκεί να πάει ο νους μας στους πολέμους και στο λιμό που υφίστανται εκατομμύρια ανθρώπων) είναι απολύτως νόμιμη; Γιατί οι άνθρωποι καταλήγουν στη φυλακή αν εξεγερθούν ή αν κάνουν πλιάτσικο σε μαγαζιά, αλλά κάνουν σταδιοδρομία ή ανακηρύσσονται ακόμα κι ήρωες αν βομβαρδίσουν ολόκληρους πληθυσμούς;

Η φυλακή μονάχα τιμωρεί τη βία που ενοχλεί το κράτος και τους πλουσίους ή τη βία που θέλουνε να λογίζουν ως επαναστατούσα/αποκρουστική. Στην πραγματικότητα, κάθε μέρα που περνά, η δομική βία της κοινωνίας και του κράτους είναι που προστατεύεται μέσω της φυλακής.

Λένε πως όλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.

Κι όμως, γυναικείες και αντρικές φυλακές είναι γεμάτες με ημι-αναλφάβητα άτομα, μετανάστες και μετανάστριες ή παιδιά εργατικής τάξης, που έχουν φυλακιστεί για «εγκλήματα κατά της ευπρέπειας», δηλαδή για ενέργειες που συνδέονται αυστηρά μ’ αυτή την κοινωνία και την πάγια ανάγκη της: την ανάγκη να βρει χρήματα. Για να μην αναφέρουμε το γεγονός πως μεγάλος αριθμός κρατουμένων θα ήταν εκτός φυλακής αν είχαν εξαρχής τα φράγκα να πληρώσουν έναν καλό δικηγόρο.

Λένα πως η φυλακή βοηθά αδικηματίες να εξιλεωθούν και να ενσωματωθούν στην κοινωνία.

Ωστόσο, οι περισσότεροι κρατούμενοι κι οι περισσότερες κρατούμενες μόλις βγουν απ’ τη φυλακή έχουν ν’ αντιμετωπίσουν συνθήκες ίδιες ή ακόμα χειρότερες μ’ εκείνες που αντιμετώπιζαν σαν είχαν πρωτομπεί στη φυλακή.

Τι καλό μπορεί να προέλθει απ’ το ν’ αποχωρίζεσαι τους αγαπημένους σου επί χρόνια, να μην κάνεις τίποτα το ενδιαφέρον, να καταδικάζεσαι στο κύλισμα του χρόνου, ν’ αναγκάζεσαι να προσποιείσαι μπροστά σε κοινωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους, να συνηθίζεις τον εαυτό σου να καθυποτάσσεται σε δεσμοφυλάκους;

Εντέλει: είναι αυτή η κοινωνία τόσο ενάρετη, βασίζεται σε τόσο πεφωτισμένες αξίες κι ισότιμες σχέσεις, ώστε να συνιστάται να ενταχθείς σε δαύτη;

Λένε πως, αν η φυλακή δεν εξιλεώνει, αποτελεί πάντως έναν αποτρεπτικό παράγοντα για την «εγκληματική συμπεριφορά». Continue reading Λονδίνο: «Γιατί είμαστε ενάντια στις φυλακές, σ’ όλες τις φυλακές;»

Ιστάνμπουλ: Βίαιη επίθεση της αστυνομίας εναντίον αναρχικών συντρόφων στη διάρκεια αφισοκόλλησης πριν την πρωτομαγιά

Τρεις σύντροφοι της Επαναστατικής Αναρχικής Δράσης (Devrimci Anarşist Faaliyet-DAF) δέχτηκαν επίθεση και προσήχθησαν από μπάτσους την ώρα που κολλούσαν αφίσες-καλέσματα για την πρωτομαγιά στους τοίχους του Μάλτεπε, μιας συνοικίας της Ιστάνμπουλ. Όταν οι σύντροφοι αντιστάθηκαν της σύλληψης, οι μπάτσοι τούς έριξαν δακρυγόνα και στη συνέχεια ξέσπασε συμπλοκή, που είχε ως αποτέλεσμα τραυματισμούς.

Επίσης οι μπάτσοι, οι οποίοι γνωρίζουν την ομάδα της DAF κι από τους εργατικούς αγώνες και τις απεργίες που έχουν πραγματοποιηθεί στο Μάλτεπε, φώναξαν στους συντρόφους μας: «Εδώ δεν είναι ούτε Ελλάδα ούτε Αθήνα

Ούτε το βάζουμε κάτω, ούτε θα μας εκφοβίσει η αστυνομία. Θα συνεχίσουμε τον αναρχικό μας αγώνα.

Κάτω τα ξερά σας από τους συντρόφους μας!

πηγές: anarsihaber, anarsistfaaliyet

βίντεο/φωτό από την πρωτομαγιά

Παρίσι 1968: Το ποδόσφαιρο στους ποδοσφαιριστές

Στην παρισινή εξέγερση του Μάη του ’68, όταν χιλιάδες εργάτες απεργούσαν, οι φοιτητές είχαν καταλάβει τα πανεπιστήμια, ο πρόεδρος είχε εγκαταλείψει τη χώρα και η Γαλλία βρισκόταν στο χείλος της επανάστασης, οι ποδοσφαιριστές δεν μπορούσαν να μείνουν εκτός της κατάστασης. Ποδοσφαιριστές κατέλαβαν τα κεντρικά γραφεία της Γαλλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας και εξέδωσαν μια ανακοίνωση:

«Εμείς, οι ποδοσφαιριστές, που ανήκουμε σε διαφορετικές ομάδες της επικράτειας του Παρισιού, αποφασίσαμε να καταλάβουμε τα κεντρικά γραφεία της Γαλλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας. Όπως ακριβώς οι εργάτες καταλαμβάνουν τα εργοστάσιά τους και οι φοιτητές τις σχολές τους. Γιατί;

Για να επιστρέψουμε στους 600.000 ποδοσφαιριστές στη Γαλλία και στους χιλιάδες φίλους τους αυτό που τους ανήκει: το ποδόσφαιρο, το οποίο τους καταλήστεψαν οι ποντίφικες της Ομοσπονδίας για να εξυπηρετήσουν τα εγωτιστικά τους συμφέροντα ως κερδοσκόποι του αθλητισμού…

Τώρα είναι στο χέρι σας, ποδοσφαιριστές, γυμναστές, προπονητές μικρών ομάδων, αμέτρητοι φίλοι και οπαδοί του ποδοσφαίρου, φοιτητές και εργάτες, να διατηρήσετε την ποιότητα του αθλήματός σας· αρκεί να ενωθείτε μαζί μας ώστε…

– να απαιτήσουμε (μέσω δημοψηφίσματος των 600.000 ποδοσφαιριστών, που θα ελεγχθεί απ’ τους ίδιους) την άμεση παύση των κερδοσκόπων του ποδοσφαίρου και όσων προσβάλλουν την υπόσταση των ποδοσφαιριστών.

– ν’ απελευθερώσουμε το ποδόσφαιρο από την κηδεμονία του χρήματος των ελεεινών ψευτο-ευεργετών του, που είναι η ρίζα όλης της σήψης του ποδοσφαίρου. Και να απαιτήσουμε από το κράτος τις επιδοτήσεις που παραχωρεί σε όλα τ’ άλλα αθλήματα και τις οποίες οι ποντίφικες της Ομοσπονδίας δε διεκδίκησαν ποτέ.

Για να παραμείνει το ποδόσφαιρο δικό σας, σας καλούμε να έρθετε χωρίς καθυστέρηση στα κεντρικά γραφεία της Ομοσπονδίας, η οποία έγινε ξανά στέγη σας, στον αριθμό 60 της λεωφόρου Ιενά στο Παρίσι.

Ενωμένοι, θα κάνουμε πάλι το ποδόσφαιρο αυτό που ποτέ δεν έπρεπε να σταματήσει να ’ναι – το άθλημα της χαράς, το άθλημα του αυριανού κόσμου, που όλοι οι εργάτες έχουν ξεκινήσει να χτίζουν. ΟΛΟΙ ΣΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟ ΙΕΝΑ 60!

Ποδοσφαιρική Επιτροπή Δράσης»

πηγή / μτφρ. λυσσασμένοι προλετάριοι

Βαρκελώνη, Καταλονία: Σαμποτάζ σε λέσχη μπουρζουάδων

Την Τρίτη, 24 Γενάρη, πραγματοποιήσαμε μια επίθεση εναντίον της ελιτίστικης λέσχης Arsenal, που βρίσκεται στην πλούσια γειτονιά της Μπονανόβα. Μέσω εμπρησμού του ηλεκτρολογικού πίνακα σαμποτάραμε την εύρυθμη λειτουργία της λέσχης και προκαλέσαμε οικονομικές ζημιές.

Αυτή η ενέργεια αποτελεί κομμάτι της αντεπίθεσής μας ενάντια στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που επιδεινώνουν ακόμα πιο πολύ τις συνθήκες διαβίωσης των λαϊκών τάξεων. Είναι στις λέσχες κοινωνικής συνεύρεσης των μπουρζουάδων, όπως το κλαμπ Arsenal, όπου οι πολιτικοί και οικονομικοί διευθυντές απολαμβάνουν τις πολυτέλειές τους, κάνουν τα κονέ τους, και κλείνουν συμφωνίες που συνεχίζουν να τσαλαπατούν τις πιο βασικές ανθρώπινες ανάγκες μας.

Όσο στις φτωχογειτονιές ανασαίνει κανείς την μιζέρια και την αγωνία, δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη στις γειτονιές των πλουσίων. Για αυτό, απευθύνουμε κάλεσμα πλαισίωσης των κινητοποιήσεων, των συνελεύσεων και κάθε καμπάνιας κοινωνικών αγώνων, με άμεσες επιθέσεις στις περιοχές της μπουρζουαζίας. Αν βρίσκονται πολύ μακριά για να ακούσουν την κραυγή διαμαρτυρίας της εργατικής τάξης, θα την φέρουμε κοντά στα ίδια τους τα σπίτια, μέχρι τα παραθύρια τους. Μέχρι να πρέπει να εξηγήσουν στα παιδιά τους τι κάνουν στον λαό.

Βαρκελώνη, Γενάρης 2012

πηγή

Ιστορίες υποκουλτούρας: Οι Skinheads

Μια σύντομη ανασκόπηση της ιστορίας του κινήματος των Σκίνχεντς, από τη γέννησή του τη δεκαετία του 60 στην Αγγλία και τη σχέση του με την ακροδεξιά, τον αντιφασισμό και την εργατική τάξη.

Η αντίδραση των περισσότερων στο άκουσμα της λέξης « Σκίνχεντ» δεν είναι καλή. Οι Σκίνχεντς έχουν ιδωθεί σαν μια ηλίθια, βίαιη και ρατσιστική ομάδα ανθρώπων. Κανείς δεν αρνείται πως πολλοί Σκίνχεντς έχουν ανακατευτεί με ακροδεξιές οργανώσεις ή έχουν υιοθετήσει ρατσιστικές ιδέες, αλλά η καταγωγή της Σκίνχεντ κουλτούρας ήταν πολύ πιο στενά συνδεδεμένη με την πολυφυλετική εργατική τάξη παρά με τις αηδίες περί περηφάνιας της λευκής φυλής. Continue reading Ιστορίες υποκουλτούρας: Οι Skinheads

Ο Αγώνας, κοινωνικοί και εργατικοί αγώνες 1974-1980

[vimeo]http://vimeo.com/9964693[/vimeo]

Το ντοκιμαντέρ «Ο Αγώνας, κοινωνικοί και εργατικοί αγώνες 1974-1980» αποτελεί ένα πραγματικό ιστορικό ντοκουμέντο των αγώνων της εργατικής τάξης εκείνης της περιόδου.

Η ταινία υπογράφεται απλά «μια ταινία των έξι». Το ντοκιμαντέρ αυτό (εξαιρετικά επίκαιρο στην εποχή μας) αναφέρεται στους κοινωνικούς και εργατικούς αγώνες λίγο μετά την πτώση της χούντας. Continue reading Ο Αγώνας, κοινωνικοί και εργατικοί αγώνες 1974-1980